ζοφερός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ζοφερός
- zo.feˈɾos
Where it comes from
ζοφερός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζοφερός < ζόφ(ος) + -ερός
adjective ζοφερός · ζοφερή · ζοφερό · ζοφερού · ζοφερής
-
που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο
Similar: ερεβώδης, θεοσκότεινος · Opposite: λαμπρός, φωτεινός
-
που προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο
※ Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη). (Κοσμάς Βίδος, Αγένεια!, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2017)
Similar: δυσοίωνος · Opposite: αισιόδοξος, ελπιδοφόρος
In English
Talk about this word "ζοφερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ζοφερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82 "ζοφερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ζοφερός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}