ζοφερός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζοφερός

  • zo.feˈɾos

Where it comes from

ζοφερός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζοφερός < ζόφ(ος) + -ερός

adjective ζοφερός · ζοφερή · ζοφερό · ζοφερού · ζοφερής

  1. που δεν έχει καθόλου φως, που είναι τόσο σκοτεινός ώστε να προκαλεί φόβο

    Similar: ερεβώδης, θεοσκότεινος · Opposite: λαμπρός, φωτεινός

  2. figuratively, μεταφορικά που προκαλεί ανασφάλεια, απαισιοδοξία, φόβο ※ Αγέλαστος, ζοφερός, αδιάφορος και (συνήθως) αμίλητος, δείχνει ανίκανος να επικοινωνήσει με τους άλλους ανθρώπους (γι’ αυτό η θλίψη). (Κοσμάς Βίδος, Αγένεια!, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2017)

    Similar: δυσοίωνος · Opposite: αισιόδοξος, ελπιδοφόρος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζοφερός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζοφερός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"ζοφερός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζοφερός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}