θεόρατος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεόρατος
Where it comes from
θεόρατος < αρχαία ελληνική ἀθεώρητος < ἀ- + θεωρητός < θεάομαι / θεῶμαι (υπάρχει και η άποψη: < θεο- + ορατός < αρχαία ελληνική ὁρατός < ὁράω / ὁρῶ)
adjective θεόρατος · θεόρατη · θεόρατο · θεόρατου · θεόρατης
- που έχει τεράστιες διαστάσεις ※ Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είνα
Similar: γιγάντιος, κυκλώπειος, πανύψηλος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης
Thesaurus
adjective
Similar: γιγάντιος, κυκλώπειος, πανύψηλος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης
In English
- humongous extremely large
Talk about this word "θεόρατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θεόρατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "θεόρατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεόρατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}