πελώριος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
πελώριος¹
מאיפה זה בא
πελώριος < αρχαία ελληνική πελώριος < πέλωρ, «τέρας»
שם תואר πελώριος · πελώρια · πελώριο · πελώριου · πελώριας
- του οποίου οι διαστάσεις είναι εξαιρετικά μεγάλες ※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
דומה: γιγαντιαίος, τεράστιος, υπερμεγέθης · הפך: μικροσκοπικός, μικρός
Πελώριος²
מאיפה זה בא
Πελώριος < → λείπει η ετυμολογία
שם פרטי Πελώριος
- ανδρικό όνομα
מילים נרדפות והפכים
שם תואר
דומה: γιγαντιαίος, τεράστιος, υπερμεγέθης · הפך: μικροσκοπικός, μικρός
באנגלית
- gigantic very large
לדבר על המילה הזו "πελώριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πελώριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82 "πελώριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {πελώριος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}