τεράστιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τεράστιος

  • teˈɾa.sti.os

Where it comes from

τεράστιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τεράστιος < τέρας

adjective τεράστιος · τεράστια · τεράστιο · τεράστιου · τεράστιας

  1. πολύ μεγάλος ※ μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρ

Similar: πελώριος, γιγάντιος, υπερμεγέθης · Opposite: μικρός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τεράστιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τεράστιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"τεράστιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τεράστιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}