θεός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θεός¹
- θeˈos
Where it comes from
θεός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θεός.
noun θεός · θεοί · θεού · θεών · θεό · θεούς
- αθάνατο ον, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ιδιότητες που του απονέμεται λατρεία ※ Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμ
- ο Θεός, το μεταφυσικό παντοδύναμο ον που σύμφωνα με τις μονοθεϊστικές θρησκευτικές ιδέες δημιούργησε τον κόσμο και τον κυβερνά → χρειάζεται παράθεμα
- ό,τι σεβόμαστε ή λατρεύουμε υπερβολικά → χρειάζεται παράθεμα
- άτομο εξαιρετικής ωραιότητας → χρειάζεται παράθεμα
Similar: παντοδύναμος, Δημιουργός, ύψιστος
Θεός²
- θeˈos
Where it comes from
Θεός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Θεός
proper noun Θεός · Θεού · Θεό · Θεέ
- ο Θεός της Βίβλου → χρειάζεται παράδειγμα
- συγκεκριμένος θεός δόγματος → χρειάζεται παράδειγμα
Similar: Δημιουργός, Κύριος, Παντοδύναμος
Thesaurus
noun
Similar: παντοδύναμος, Δημιουργός, ύψιστος
proper noun
Similar: Δημιουργός, Κύριος, Παντοδύναμος
In English
Talk about this word "θεός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. θεός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82 "θεός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θεός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}