παντοδύναμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παντοδύναμος¹

  • pan.doˈði.na.mos

Where it comes from

παντοδύναμος < ελληνιστική παντοδύναμος < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) + δύναμη

adjective παντοδύναμος · παντοδύναμη · παντοδύναμο · παντοδύναμου · παντοδύναμης

  1. αυτός που έχει τη δύναμη να κάνει τα πάντα
  2. προσφώνηση ή χαρακτηρισμός του Θεού θα βοηθήσει ο Παντοδύναμος
  3. general, γενικότερα αυτός που έχει μεγάλη ισχύ (στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, τεχνική κλπ) ή πολύ μεγάλες δυνατότητες είναι παντοδύναμος μέσα στο κόμμα του

Similar: κυρίαρχος, πανίσχυρος

Παντοδύναμος²

  • pan.doˈði.na.mos

Where it comes from

Παντοδύναμος < παντοδύναμος

proper noun Παντοδύναμος · Παντοδύναμου · Παντοδύναμο · Παντοδύναμε

  1. θρησκεία, χριστιανισμός Ονομασία και επίκληση του τριαδικού Θεού

Similar: Δημιουργός, Κύριος, Θεός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παντοδύναμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παντοδύναμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"παντοδύναμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παντοδύναμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}