θυμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θυμός¹
- θiˈmos
Sounds like θύμος
Where it comes from
θυμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θυμός (ψυχή, πνοή)
noun θυμός · θυμοί · θυμού · θυμών · θυμό · θυμούς
- το ισχυρό συναίσθημα δυσαρέσκειας ή και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάτι που μας επηρεάζει αρνητικά και μπορεί να προκαλέσει έντονες και καμιά φορά βίαιες αντιδράσεις Είναι καλός κατά βάθος, αλλά παρεκτράπηκε πάνω στο θυμό του.
Similar: αγανάκτηση, αγρίεμα, άχτι, εκνευρισμός, έξαψη, επιθετικότητα, κάκια, μανία, μίσος, μπουρίνι, νεύρα, νευρίασμα, οργή, σύφλογο, φούρκα, φρένιασμα, χολή · Opposite: ηρεμία, ψυχραιμία
Θυμός²
Where it comes from
Θυμός < θυμός
proper noun Θυμός · Θυμοί · Θυμού · Θυμών · Θυμό · Θυμούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
Talk about this word "θυμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. θυμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CF%8C%CF%82 "θυμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θυμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}