θυρίδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
θυρίδα
Where it comes from
θυρίδα < αρχαία ελληνική θυρίς, υποκοριστικό του θύρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰwer- (θύρα) (3,4,5: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική guichet)
noun θυρίδα · θυρίδες · θυρίδας · θυρίδων
- μικρό άνοιγμα, μικρή πόρτα
-
άνοιγμα σε τοίχο, σαν μικρό παράθυρο
Similar: παραθυράκι, φεγγίτης
- άνοιγμα σε τοίχο ή διαχωριστικό σε γραφείο ή υπηρεσία, μέσα απ’ το οποίο γίνεται η επικοινωνία και η συναλλαγή των υπαλλήλων με το κοινό
- καθένα από τα ντουλαπάκια που βρίσκονται σε ταχυδρομεία, τράπεζες κ.λπ. και στα οποία φυλάσσονται έγγραφα, αλληλογραφία, χρήματα κ.ά.
- άνοιγμα ή ειδικό ντουλαπάκι σε όχημα ή σκεύος που ταπώνεται με πώμα
- η μπουκαπόρτα, η φορτοθυρίδα
- η κανονιοθυρίδα, το άνοιγμα που άνοιγε στα πλαϊνά του πλοίου για να βγει η κάννη του κανονιού
- καθένα από τα δύο τμήματα οστρακοειδών ή καρκινοειδών
- καθένα από τα δύο φύλλα της πύλης του αγίου βήματος σε ιερό
In English
- pigeonhole one of an array of open compartments in a desk, set of shelves, etc., used for s
Talk about this word "θυρίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. θυρίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "θυρίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {θυρίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B8%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}