Μίκουιν

ιδιόρρυθμος

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ιδιόρρυθμος

  • i.ðiˈo.ɾi.θmos

Από πού έρχεται

ιδιόρρυθμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰδιόρρυθμος < ἴδιος + ῥυθμός. Δείτε και ρρ

επίθετο ιδιόρρυθμος · ιδιόρρυθμη · ιδιόρρυθμο · ιδιόρρυθμου · ιδιόρρυθμης

  1. που έχει αποκλειστικά δικά του (ί-δι-α) χαρακτηριστικά

    Παρόμοιες: εκκεντρικός, παράξενος, περίεργος

  2. θρησκεία μοναστήρι όπου επιτρέπεται κάθε μοναχός να ακολουθεί δικό του τρόπο ζωής, να έχει ατομική περιουσία, να μετέχει στις κοινές ακολουθίες κ.λπ.

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ιδιόρρυθμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ιδιόρρυθμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ιδιόρρυθμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ιδιόρρυθμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8C%CF%81%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}