περίεργος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περίεργος¹
- peˈɾi.eɾ.ɣos
Sounds like περιέργως
Where it comes from
περίεργος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περίεργος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική περίεργος (ερευνητικός) < περί + ἔργον
adjective περίεργος · περίεργη · περίεργο · περίεργου · περίεργης
-
που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν
είμαι περίεργος να μάθω τι απέγινε με κείνη την ιστορία...
Opposite: αδιάφορος
-
που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία
Είναι περίεργος άνθρωπος, λίγο δύστροπος, αλλά με καλές προθέσεις.
Similar: παράξενος, ιδιόμορφος, δυσεξήγητος, ακατανόητος, ασυνήθιστος · Opposite: φυσικός, συνηθισμένος, κανονικός
- που έχει παράδοξη συμπεριφορά (συνήθως αρνητική σημασία)
Περίεργος²
Where it comes from
Περίεργος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Περίεργος
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "περίεργος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. περίεργος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82 "περίεργος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περίεργος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}