ιματιοθήκη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιματιοθήκη
- i.ma.ti.oˈθi.ci
Where it comes from
ιματιοθήκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἱματιοθήκη < αρχαία ελληνική ἱμάτιον -θήκη (< τίθημι)
noun ιματιοθήκη · ιματιοθήκες · ιματιοθήκης · ιματιοθηκών
- ειδικός χώρος (έπιπλο ή δωμάτιο, συνήθως σε ξενοδοχείο, θέατρο κ.α.) όπου φυλάσσονται ρούχα κι ενδύματα ※ Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)
Similar: βεστιάριο, γκαρνταρόμπα, ιματιοφυλάκιο
Thesaurus
noun
Similar: βεστιάριο, γκαρνταρόμπα, ιματιοφυλάκιο
In English
- wardrobe movable furniture for storing clothes
Talk about this word "ιματιοθήκη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ιματιοθήκη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7 "ιματιοθήκη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιματιοθήκη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}