κίβδηλος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κίβδηλος
Where it comes from
κίβδηλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίβδηλος < κίβδος (σκουριά με την οποία νόθευαν το χρυσό)
adjective κίβδηλος · κίβδηλη · κίβδηλο · κίβδηλου · κίβδηλης
- νόμισμα, ιδιαίτερα μεταλλικό - κέρμα, που είναι προϊόν παραχάραξης, μη γνήσιο, πλαστό Οι λίρες που ήθελαν να μας πουλήσουν ήταν κίβδηλες.
- για οτιδήποτε παρουσιάζει εξωτερικά μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα ενώ στην πραγματικότητα στερείται αξίας Μπορεί να σου εμπνέει σεβασμό και σιγουριά, αλλά μην τον εμπιστεύεσαι. Είναι κίβδηλος άνθρωπος.
Similar: κάλπικος, παραχαραγμένος, πλαστός, ψεύτικος, νοθός · Opposite: γνήσιος, αυθεντικός, αληθινός, ανόθευτος, αμιγής
Thesaurus
adjective
Similar: κάλπικος, παραχαραγμένος, πλαστός, ψεύτικος, νοθός · Opposite: γνήσιος, αυθεντικός, αληθινός, ανόθευτος, αμιγής
In English
- false spurious, artificial
- counterfeit intended to deceive or carry appearance of being genuine
- spurious false
Talk about this word "κίβδηλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%B2%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κίβδηλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%B2%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82 "κίβδηλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%B2%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κίβδηλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%B2%CE%B4%CE%B7%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}