ψεύτικος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ψεύτικος
- ˈpse.fti.kos
Where it comes from
ψεύτικος < ψεύτ(ης) + -ικος
adjective ψεύτικος · ψεύτικη · ψεύτικια · ψεύτικο · ψεύτικου · ψεύτικης
-
που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
Similar: αναληθής, ανυπόστατος, ψευδής · Opposite: αληθής, αληθινός, πραγματικός
-
ο προσποιητός
Similar: εικονικός, υποκριτικός, φτιαχτός · Opposite: αυθεντικός, γνήσιος, ειλικρινής
- που δεν υπάρχει από τη φύση, αλλά κατασκευάζεται ως απομίμηση ενός φυσικού αντικειμένου
- ο πλαστός
-
που έχει μικρή αξία ή έχει κατασκευαστεί πρόχειρα
Similar: άχρηστος, ελαττωματικός, ευτελής, σκάρτος · Opposite: καλοφτιαγμένος
- που δημιουργεί προσδοκίες, αλλά, τελικά, απογοητεύει
In English
- counterfeit unauthentic
- fake not real
Talk about this word "ψεύτικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ψεύτικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82 "ψεύτικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ψεύτικος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}