ψεύτικος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ψεύτικος

  • ˈpse.fti.kos

Where it comes from

ψεύτικος < ψεύτ(ης) + -ικος

adjective ψεύτικος · ψεύτικη · ψεύτικια · ψεύτικο · ψεύτικου · ψεύτικης

  1. που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα

    Similar: αναληθής, ανυπόστατος, ψευδής · Opposite: αληθής, αληθινός, πραγματικός

  2. ο προσποιητός

    Similar: εικονικός, υποκριτικός, φτιαχτός · Opposite: αυθεντικός, γνήσιος, ειλικρινής

  3. που δεν υπάρχει από τη φύση, αλλά κατασκευάζεται ως απομίμηση ενός φυσικού αντικειμένου

    Similar: τεχνητός · Opposite: φυσικός

  4. ο πλαστός

    Similar: κάλπικος, κίβδηλος

  5. που έχει μικρή αξία ή έχει κατασκευαστεί πρόχειρα

    Similar: άχρηστος, ελαττωματικός, ευτελής, σκάρτος · Opposite: καλοφτιαγμένος

  6. που δημιουργεί προσδοκίες, αλλά, τελικά, απογοητεύει

    Similar: εφήμερος, μάταιος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ψεύτικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ψεύτικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"ψεύτικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ψεύτικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}