καθαρίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καθαρίζω
- ka.θaˈɾi.zo
Sounds like κακαρίζω
Where it comes from
καθαρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καθαρίζω < αρχαία ελληνική καθαρός + -ίζω
verb καθαρίζω · καθάρισα · καθαρίζομαι · καθαρίστηκα · καθαρισμένος
- κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια ※ Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι.
- βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
- βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες από διάφορα φαγητά ※ Να σου καθαρίσω μήλο;
- κερδίζω, έχω εισόδημα Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.
- σκοτώνω κάποιον Πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας!
In English
Talk about this word "καθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καθαρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "καθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καθαρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}