καλαμάκι

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

καλαμάκι¹

  • ka.laˈma.ci

Откуда оно

καλαμάκι < καλάμι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < μεσαιωνική ελληνική καλάμι(ν) < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κάλαμος

существительное καλαμάκι · καλαμάκια

  1. υποκοριστικό του καλάμι, μικρό καλάμι
  2. συνήθως πλαστικός σωλήνας που χρησιμοποιείται για να ρουφήξουμε υγρό σε μικρές ποσότητες
  3. idiomatic, ιδιωματικό ξύλινο λεπτό στέλεχος, μέσα από το οποίο περνιούνται μικρά κομμάτια κρέας για να ψηθούν

    Похожие: σουβλάκι

  4. broadly, idiomatic, ιδιωματικό, κατ’ επέκταση, γαστρονομία το σουβλάκι που αποτελείται μόνο από κομμάτια κρέατος ψημένου ένα καλαμάκι με ψωμί

Καλαμάκι²

  • ka.laˈma.ci

Откуда оно

Καλαμάκι < καλαμάκι

имя собственное Καλαμάκι · Καλαμάκια · Καλαμακίου · Καλαμακίων

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας (ειδικότερα) προάστιο της Αθήνας

По-английски

  • drinking straw a long plastic or paper tube through which a drink is drunk

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"καλαμάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλαμάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9

Chicago

"καλαμάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλαμάκι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}