καλόψυχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλόψυχος¹
- kaˈlo.psi.xos
Where it comes from
καλόψυχος < μεσαιωνική ελληνική καλόψυχος < αρχαία ελληνική καλός + ψυχή
adjective καλόψυχος · καλόψυχη · καλόψυχο · καλόψυχου · καλόψυχης
- που έχει καλή ψυχή ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978
Similar: ευσπλαχνικός, καλός, καλόκαρδος, πονόψυχος · Opposite: άπονος, κακόψυχος, σκατόψυχος, σκληρόκαρδος
Καλόψυχος²
Where it comes from
Καλόψυχος < καλόψυχος
proper noun Καλόψυχος · Καλοψύχου · Kalopsychos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: ευσπλαχνικός, καλός, καλόκαρδος, πονόψυχος · Opposite: άπονος, κακόψυχος, σκατόψυχος, σκληρόκαρδος
Talk about this word "καλόψυχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καλόψυχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82 "καλόψυχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλόψυχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}