καπάκι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καπάκι
- kaˈpa.ci
Where it comes from
καπάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kapak + -ι < παλαιά τουρκική kapak / kapgak < πρωτοτουρκική *Kap- (κάλυμμα)
noun καπάκι · καπάκια · καπακιού · καπακιών
- κάλυμμα δοχείου, σκεύους κ.λπ. Δεν κλείνεις καλά το καπάκι της μαρμελάδας πριν τη βάλεις στο ψυγείο;
- η οθόνη του φορητού υπολογιστή (συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου της) έχει βάλει ένα σωρό αυτοκόλλητα στο καπάκι του λάπτοπ του
- η επίπεδη επιφάνεια ενός μουσικού οργάνου που ταλαντώνεται από τις χορδές και ενισχύει τον ήχο το καπάκι αυτής της κιθάρας είναι φτιαγμένο από μασίφ έλατο
- οι (προσωρινές) συμφωνίες που κλεινόταν μυστικά με τους Τούρκους από οπλαρχηγούς κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ※ Αὕτη ἡ συνθήκη ἐμπόδισεν τὴν ὁρμὴν τῶν ἐξαγριωμένων Τούρκων πρὸς καιρὸν καὶ ἔδωσεν αἰτίαν ὅλων τῶν Καπιταναίων νὰ βαστήξουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὰ σύνορα τὴν ὁρμήν. Ἀπ’ ἐδῶ ἄρχισεν τὸ λεγόμενον ἀπὸ τοὺς Καπιταναίους καπάκι. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελ
adverb καπάκι · καπάκια · καπακιού · καπακιών
- αμέσως μετά, ακριβώς μετά (στο καπάκι)
In English
Talk about this word "καπάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καπάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "καπάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καπάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}