καπετάνιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καπετάνιος¹

  • ka.peˈta.ɲos

Where it comes from

καπετάνιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπετάνιος < βενετική capetanio < μεσαιωνική λατινική capitaneus (επικεφαλής) < λατινική caput (κεφάλι). Παρετυμολογήθηκε προς τις λέξεις κατά + επάνω από τον νεότερο όρο κατεπάνω για το βυζαντινό τίτλο του καπετάνιου (δείτε κατεπανίκιον και το μεσαιωνικό επίρρημα κατεπάνω) Επίσης δείτε καπετάν.

noun καπετάνιος · καπετάνιοι · καπεταναίοι · καπετάνιου · καπετάνιων · καπεταναίων

  1. ναυτικός όρος, επάγγελμα κυβερνήτης καραβιού ※ Σε δυο ώρες χάθηκε η μάχη, το πλοίο πήρε κλίση δεκαοχτώ μοιρών, ο μαρκόνης εξέπεμψε SOS και ο καπετάνιος έδωσε εντολή εγκατάλειψης. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Το φαράγγι, εκδ. Καστανιώτη, 2015)

    Similar: πλοίαρχος, ρεΐσης

  2. ιστορία, στρατιωτικός όρος αρχηγός ενόπλων

    Similar: οπλαρχηγός

Καπετάνιος²

Where it comes from

Καπετάνιος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Καπετάνιος · Καπετάνιου · Kapetanios

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • captain the person lawfully in command of a sea-going vessel
  • master captain of a merchant ship

Talk about this word

Cite this
MLA

"καπετάνιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καπετάνιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"καπετάνιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καπετάνιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}