καταλήγω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταλήγω
- ka.taˈli.ɣo
Where it comes from
καταλήγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλήγω (τελειώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική finir par, aboutir Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λήγω
verb καταλήγω · κατέληξα · κατέληγα · θα καταλήγω · να καταλήγω
- φτάνω στο τέρμα, τελειώνω σε ένα σημείο, σε κάποιο μέρος ※ Ξεκινήσαμε για τα Μεσόγεια με σκοπό να καταλήξουμε στο Σούνιο. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- έχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα
- αποβαίνω, καταντάω, φτάνω σε μια κατάσταση μειωτική
- γίνομαι κάτι διαφορετικό από ό,τι ήμουν προηγουμένως
- να … (τρίτο πρόσωπο)
- συμπεραίνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ισχύει
- τελειώνω, λήγω σε … (κάποια κατάληξη ή επίθημα)
- πεθαίνω ο τραυματίας κατέληξε πριν φτάσει στο νοσοκομείο
In English
- go through reach an intended destination
Talk about this word "καταλήγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καταλήγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B3%CF%89 "καταλήγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B3%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταλήγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}