καταρτίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταρτίζω

  • ka.taɾˈti.zo

Where it comes from

καταρτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καταρτίζω (βάζω σε τάξη), για την σημασία «εκπαιδεύω» < ελληνιστική κοινή καταρτίζω (προετοιμάζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instruire και την αγγλική train)

verb καταρτίζω · κατάρτισε · κατήρτισε · καταρτίσει · καταρτίστηκε · καταρτιστεί

  1. οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο Στις παρελθούσες εκλογές, τέσσερα κόμματα κατάρτισαν μια τετραμερή συμμαχία για να αποσπάσουν μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων.

    Similar: συγκροτώ, συστήνω, συμπηγνύω, συνιστώ, σχηματίζω

  2. φτιάχνω ένα επίσημο έγγραφο (π.χ. μία πρόταση, έναν προϋπολογισμό) καταρτισθείσα σύμβαση

    Similar: προπαρασκευάζω, συντάσσω

  3. δίνω γνώσεις σε κάποιον

    Similar: διδάσκω, εκπαιδεύω, εξασκώ

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταρτίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

καταρτίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"καταρτίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταρτίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-08}
}