καταστολή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταστολή
- ka.ta.stoˈli
Where it comes from
καταστολή < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καταστολή < ελληνιστική κοινή καταστολή (επιφύλαξη) Νεότερες σημασίες < σημασιολογικά δάνεια από την αγγλική repression, γαλλική répression και αγγλική suppression, γαλλική suppression.
noun καταστολή · καταστολές · καταστολής · καταστολών
- η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
-
έλεγχος της ισχύος και δράσης μιας κατάστασης, ώστε να παύσει να εξελίσσεται και να επεκτείνεται
μέθοδοι καταστολής της τρομοκρατίας
Similar: εξουδετέρωση, κατάθλιψη, κατάπαυση, κατάπνιξη, πάταξη, περιορισμός
- ανοσοκαταστολή καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος
-
μετριασμός της έντασης
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: άμβλυνση, καταπίεση, κατασίγαση
-
κατάσταση ελαττωμένης σωματικής ή ψυχικής λειτουργίας και ερεθιστικότητας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω φαρμάκων
Ο ασθενής τέθηκε υπό καταστολή.
Similar: κώμα
In English
- crackdown increased enforcement
- repression act of repressing
Talk about this word "καταστολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. καταστολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE "καταστολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταστολή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}