καταστολή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταστολή

  • ka.ta.stoˈli

Where it comes from

καταστολή < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καταστολή < ελληνιστική κοινή καταστολή (επιφύλαξη) Νεότερες σημασίες < σημασιολογικά δάνεια από την αγγλική repression, γαλλική répression και αγγλική suppression, γαλλική suppression.

noun καταστολή · καταστολές · καταστολής · καταστολών

  1. η διαδικασία, ενέργεια ή αποτέλεσμα του καταστέλλω
  2. figuratively, μεταφορικά έλεγχος της ισχύος και δράσης μιας κατάστασης, ώστε να παύσει να εξελίσσεται και να επεκτείνεται μέθοδοι καταστολής της τρομοκρατίας

    Similar: εξουδετέρωση, κατάθλιψη, κατάπαυση, κατάπνιξη, πάταξη, περιορισμός

  3. ιατρική ανοσοκαταστολή καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος
  4. για συναισθήματα, σκέψεις μετριασμός της έντασης → χρειάζεται παράθεμα

    Similar: άμβλυνση, καταπίεση, κατασίγαση

  5. ψυχολογία, ψυχιατρική κατάσταση ελαττωμένης σωματικής ή ψυχικής λειτουργίας και ερεθιστικότητας, η οποία επιτυγχάνεται μέσω φαρμάκων Ο ασθενής τέθηκε υπό καταστολή.

    Similar: κώμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταστολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταστολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE

Chicago

"καταστολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταστολή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}