κλειστός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλειστός
- klisˈtos
Where it comes from
κλειστός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κλειστός (που μπορεί να κλείσει)
adjective κλειστός · κλειστή · κλειστό · κλειστού · κλειστής
- για άνοιγμα ή πέρασμα που κλείστηκε, φράχτηκε ή μπλόκαρε και δεν επιτρέπει σε κάποιον ή κάτι να περάσει Έχουμε κλειστά τα παράθυρα το βράδυ για να μην μπούνε μέσα τα κουνούπια.
- για κάτι στο οποίο η πρόσβαση ή η συμμετοχή είναι περιορισμένη κλειστά επαγγέλματα
- για γραφείο, κατάστημα, υπηρεσία κλπ. που δεν λειτουργεί για μικρό συνήθως χρονικό διάστημα Όταν πέρασα από το μαγαζί, ήταν κλειστό λόγω διακοπών.
-
μη κοινωνικός
Opposite: κοινωνικός
-
που δεν εκδηλώνει εύκολα σε άλλους τις σκέψεις του ή τα συναισθήματά του
Είναι πολύ κλειστός τύπος αλλά παρόλο αυτό καλό παιδί.
Similar: εσωστρεφής · Opposite: εξωστρεφής, κοινωνικός
- που τον κρατά μυστικό κάποιος, που δεν τον φανερώνει σε άλλους Κλειστά τα χαρτιά της κυβέρνησης όσον αφορά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις.
-
που προκαλείται από απότομο κλείσιμο και άνοιγμα του ρεύματος αέρα μέσα στο στόμα
Similar: έκκροτος
Opposite: ανοιχτός
Thesaurus
adjective
Opposite: ανοιχτός
In English
- closed not open
Talk about this word "κλειστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κλειστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82 "κλειστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλειστός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}