κοιμάμαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοιμάμαι

  • ciˈma.me

Where it comes from

κοιμάμαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοιμᾶμαι, κοιμοῦμαι < αρχαία ελληνική κοιμῶμαι με μεταπλασμό

verb κοιμάμαι · κοιμήθηκα · κοιμισμένος · κοιμούμαι · κοιμόμουν

  1. για πρόσωπα και ζώα είμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου τις λίγες φορές που κατάφερα να κοιμηθώ περισσότερες από 7-8 ώρες, ήμουνα άρρωστος

    Similar: ησυχάζω, νάνι, πλαγιάζω, παίρνω, ύπνος

  2. figuratively, συνεκδοχικά σταματώ να ζω

    Similar: πεθαίνω, αξύπνητος

  3. figuratively, μεταφορικά είμαι αδρανής, νωθρός

    Similar: αδρανώ

  4. μαζί με κάποιον συνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική επαφή
  5. υποβάλλομαι σε γενική αναισθησία προκειμένου να χειρουργηθώ

In English

  • sleep to rest in state of reduced consciousness

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοιμάμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοιμάμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"κοιμάμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοιμάμαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}