κρύος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρύος¹

  • ˈkɾi.os

Sounds like κριός

Where it comes from

κρύος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρύος < αρχαία ελληνική κρύος (ουδέτερο).

adjective κρύος · κρύα · κρύο · κρύου · κρύας

  1. literally, κυριολεκτικά που έχει θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του ανθρώπινου σώματος ή από την συνηθισμένη, κανονική ή επιθυμητή· που προκαλεί αίσθημα ψύχους
  2. figuratively, μεταφορικά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικής θέρμης, διαχυτικότητας, οικειότητας ή ενθουσιασμού ≈ συνώνυμα: απόμακρος, ψυχρός, συγκρατημένος
  3. familiar, figuratively, offensive, μεταφορικά, οικείο, μειωτικό που είναι ανόητος, σαχλός ή στερείται εξυπνάδας και χιούμορ (π.χ. κρύο ανέκδοτο) Α να χαθείς, κρύε! (γυναίκα προς άνδρα που της κάνει καμάκι)
  4. για πρόσωπο ή σώμα που δεν έχει κάνει προθέρμανση· ανέτοιμος για σωματική δραστηριότητα

Similar: ψυχρός

Κρύος²

Where it comes from

Κρύος < κρύος

proper noun Κρύος · Κρύου · Kryos

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: ψυχρός

In English

  • cold having a low temperature
  • chilly cold enough to cause discomfort

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρύος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρύος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82

Chicago

"κρύος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρύος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}