κρύος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρύος¹
- ˈkɾi.os
Sounds like κριός
Where it comes from
κρύος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρύος < αρχαία ελληνική κρύος (ουδέτερο).
adjective κρύος · κρύα · κρύο · κρύου · κρύας
- που έχει θερμοκρασία αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του ανθρώπινου σώματος ή από την συνηθισμένη, κανονική ή επιθυμητή· που προκαλεί αίσθημα ψύχους
- που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικής θέρμης, διαχυτικότητας, οικειότητας ή ενθουσιασμού ≈ συνώνυμα: απόμακρος, ψυχρός, συγκρατημένος
- που είναι ανόητος, σαχλός ή στερείται εξυπνάδας και χιούμορ (π.χ. κρύο ανέκδοτο) Α να χαθείς, κρύε! (γυναίκα προς άνδρα που της κάνει καμάκι)
- που δεν έχει κάνει προθέρμανση· ανέτοιμος για σωματική δραστηριότητα
Similar: ψυχρός
Κρύος²
Where it comes from
Κρύος < κρύος
proper noun Κρύος · Κρύου · Kryos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Similar: ψυχρός
In English
Talk about this word "κρύος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κρύος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82 "κρύος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρύος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}