κυρίαρχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κυρίαρχος
Where it comes from
κυρίαρχος < μεσαιωνική ελληνική κυρίαρχος < κύριος + ἄρχω
adjective κυρίαρχος · κυρίαρχη · κυρίαρχο · κυρίαρχου · κυρίαρχης
- που έχει την κυριαρχία, που κυριαρχεί, που έχει την εξουσία, αποφασίζει και ορίζει, ελέγχει καταστάσεις ※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού
Similar: κύριος, αφέντης, ρυθμιστής, ανεξάρτητος
Thesaurus
adjective
Similar: κύριος, αφέντης, ρυθμιστής, ανεξάρτητος
In English
- sovereign exercising power of rule
Talk about this word "κυρίαρχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κυρίαρχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82 "κυρίαρχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κυρίαρχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}