λίθος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λίθος

  • ˈli.θos

Where it comes from

λίθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίθος < άγνωστης ετυμολογίας

noun λίθος · λίθοι · λίθου · λίθων · λίθο · λίθους

  1. formal, λόγιο η πέτρα, ως υλικό οικοδομικών εργασιών, στην ιατρική, κοσμηματοποιία ※ Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπ

Similar: πέτρα, βράχος

Thesaurus

noun

Similar: πέτρα, βράχος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λίθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λίθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82

Chicago

"λίθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λίθος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B8%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}