λιτός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λιτός¹

  • liˈtos
  • liˈti
  • liˈto

Where it comes from

λιτός < αρχαία ελληνική λιτός

adjective λιτός · λιτή · λιτό · λιτού · λιτής

  1. που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια ※ Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)

    Similar: απέριττος, απλός, λακωνικός, μινιμαλιστικός, απλοϊκός

  2. που δε διαθέτει στολίσματα

    Similar: αστόλιστος, φυσικός

Λιτός²

Where it comes from

Λιτός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Λιτός · Λιτοί · Λιτού · Λιτών · Λιτό · Λιτούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • terse brief, concise, to the point — see also brief, concise
  • frugal economical, avoiding waste, thrifty
  • severe austere

Talk about this word

Cite this
MLA

"λιτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λιτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"λιτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λιτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}