λογικό

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λογικό

  • lo.ʝiˈko

Where it comes from

λογικό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογικό

noun λογικό · λογικά · λογικού · λογικών

  1. η ικανότητα λογικής σκέψης Έβαλε το λογικό του και βρήκε την λύση.

    Similar: νους, μυαλό

  2. συχνά στον πληθυντικό, «λογικά» η πνευματική ισορροπία, η ηρεμία Έχασε το λογικό του.

    Similar: λογική, νους, σύγκαλα, συγκαλά

noun λογικό · λογικά · λογικού · λογικών

  1. αυτό που συμβιβάζει με την λογική, με την ορθή κρίση Αυτό που έκανε ήταν έξω από τα όρια του λογικού.

    Similar: σωστό

adjective λογικό · λογικά · λογικού · λογικών

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του λογικός
  2. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του λογικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"λογικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λογικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"λογικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λογικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}