μαλάκας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαλάκας¹
- maˈla.kas
Where it comes from
μαλάκας < μεσαιωνική ελληνική μαλάκα (θηλυκό (μαλάκυνση) + -ας < ελληνιστική κοινή μαλακός (παθητικός ομοφυλόφιλος) με (αναδρομικός σχηματισμός) από το μαλακία < αρχαία ελληνική μαλακός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mlakos
noun μαλάκας · μαλάκες · μαλάκα · μαλάκων
-
αυτός που αυνανίζεται
Similar: αυνανιζόμενος
- ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος
- ο ποταπός, ο απεχθής, το κωλόπαιδο ※ Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που 'ναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου,
- ο βλάκας, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο
-
προσφώνηση
Similar: φίλος
noun μαλάκας · μαλάκες · μαλάκα · μαλάκων
- γενική ενικού του μαλάκα
Μαλάκας²
Where it comes from
Μαλάκας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μαλάκας · Μαλάκα · Malakas
- ανδρικό επώνυμο
In English
- motherfucker generic term of abuse
- wanker person who masturbates
- asshole mean or rude person
- arsehole inconsiderate or mean-spirited person
- masturbator someone who masturbates
Talk about this word "μαλάκας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαλάκας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82 "μαλάκας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαλάκας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}