μαραθώνιος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαραθώνιος¹
- ma.ɾaˈθo.ni.os
Where it comes from
μαραθώνιος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική Μαραθών < μάραθον
adjective μαραθώνιος · μαραθώνια · μαραθώνιο · μαραθώνιου · μαραθώνιας
- που έχει σχέση με τον Μαραθώνα ή αναφέρεται σ' αυτόν
- μακροχρόνιος (και σημαντικός) (από το ουσιαστικό μαραθώνιος) ※ Έξι ακόμη συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και χρηματικές εγγυήσεις που φτάνουν έως τις 6.000 ευρώ, ενώ η μαραθώνια διαδικασία των απολογιών για τους υπόλοιπους πέντε κατηγορούμενους αναμένεται να ολοκληρωθεί τα ξημερώματα. (tovima.gr, 27.10.2026)
noun μαραθώνιος · μαραθώνια · μαραθώνιο · μαραθώνιου · μαραθώνιας
- αγώνας δρόμου μήκους 42.195 μέτρων ※ Η Τίγκστ Ασέφα από την Αιθιοπία, κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ στον μαραθώνιο, καθώς στον αγώνα που ολοκληρώθηκε στο Λονδίνο, κάλυψε τα 42.195 μέτρα της διαδρομής σε δύο ώρες 15 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα. (kathimerini.gr, 27.04.2025)
- προσπάθεια μεγάλης διάρκειας ※ Τα τελευταία μέτρα του προεκλογικού μαραθώνιου … Οι κκ. Γκορ και Μπους ο νεότερος τρέχουν τώρα τα τελευταία μέτρα ενός μαραθωνίου που άρχισε πριν από ενάμιση περίπου χρόνο. Το βέβαιο είναι ότι ο κ. Τζορτζ Μπους προηγείται με 2 ως 5 μονάδες στις περισσότερες δημοσκοπήσεις. (tovima.gr, 24.11.2008)
Μαραθώνιος²
noun Μαραθώνιος
- άλλη γραφή του μαραθώνιος ※ Ο γρήγορος ρυθμός στην αρχή ήταν υπερβολικός για την Ολυμπιονίκη του Μαραθωνίου και νικήτρια στο Λονδίνο το 2024, Σίφαν Χασάν από την Ολλανδία, η οποία υποχώρησε από τις πρώτες δύο θέσεις στα μισά του αγώνα και τερμάτισε τρίτη σε 2:19.00. (kathimerini.gr, 27.04.2025)
In English
- marathon road race
Talk about this word "μαραθώνιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαραθώνιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82 "μαραθώνιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαραθώνιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}