μοναχός

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

μοναχός¹

Nó đến từ đâu

μοναχός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μόνος

danh từ μοναχός · μοναχοί · μοναχού · μοναχών · μοναχό · μοναχούς

  1. θρησκεία αυτός που έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια για να μονάσει και να αφιερωθεί στο θεό, συνήθως ως μέλος μιας κοινότητας ή αδελφότητας που κατοικεί σε μια μονή

Tương tự: καλόγερος, καλόγηρος, γέροντας

tính từ μοναχός · μοναχοί · μοναχού · μοναχών · μοναχό · μοναχούς

  1. που απέμεινε μόνος, δίχως συντροφιά / χωρίς σύντροφο ※ Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)

Μοναχός²

Nó đến từ đâu

Μοναχός <→ λείπει η ετυμολογία

danh từ riêng Μοναχός · Μοναχοί · Μοναχού · Μοναχών · Μοναχό · Μοναχούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

Bằng tiếng Anh

  • monastic person with monastic ways
  • monk male member of monastic order
  • only 3. without sibling
  • friar member of certain Christian orders

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"μοναχός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μοναχός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%82

Chicago

"μοναχός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μοναχός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}