μονότονος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μονότονος
- moˈno.to.nos
- moˈno.to.ni
- moˈno.to.no
Where it comes from
μονότονος < ελληνιστική κοινή μονότονος < μονο- + αρχαία ελληνική τόνος < τείνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική monotone)
adjective μονότονος · μονότονη · μονότονο · μονότονου · μονότονης
-
που συνίσταται από ένα επαναλαμβανόμενο ηχητικό τόνο
※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνστα
Opposite: πολυφωνικός
- που δε χαρακτηρίζεται από ποικιλία, αλλά από επαναλαμβανόμενα στοιχεία κι, επομένως, προκαλεί ανία και πλήξη
In English
- monotonous having an unvarying tone or pitch
Talk about this word "μονότονος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μονότονος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82 "μονότονος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μονότονος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}