मिकविन

μπουκάλι

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

μπουκάλι

  • buˈka.li

यह कहाँ से आया

μπουκάλι < βενετική bocal < υστερολατινική baucalis < ελληνιστική κοινή βαύκαλις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή

संज्ञा μπουκάλι · μπουκάλια · μπουκαλιού · μπουκαλιών

  1. δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.) αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
  2. figuratively, συνεκδοχικά το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;

मिलते-जुलते: μποτίλια, φιάλη

पर्यायवाची और विलोम

संज्ञा

मिलते-जुलते: μποτίλια, φιάλη

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"μπουκάλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπουκάλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9

Chicago

"μπουκάλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπουκάλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}