οπαδός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

οπαδός

  • o.paˈðos

Where it comes from

οπαδός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀπαδός (δωρικός, αττικός τύπος : ὀπηδός) συνοδός, ακόλουθος < ὀπάζω < ἔπομαι

noun οπαδός · οπαδοί · οπαδού · οπαδών · οπαδό · οπαδούς

  1. αυτός που ακολουθεί μια κίνηση ή μια ιδεολογία ή μια αθλητική ομάδα ※ Αν το δούμε αλλιώς, πιο θεωρητικά, ο οπαδός είναι ένας γνήσιος γκραμσιανός. Διαθέτει «αισιοδοξία της βούλησης»: δεν έχουμε λεφτά, ούτε παιχταράδες, η ομάδα σέρνεται (απαισιοδοξία της γνώσης), αλλά θα νικήσουμε γιατί έχουμε καρδιά (υγιής βολονταρισμός). (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθη

    Similar: θιασώτης

  2. broadly, κατ’ επέκταση αυτός που παθιάζεται υπέρμετρα ή φανατίζεται με μία ομάδα ή οργάνωση

Similar: ακόλουθος, θαυμαστής, σύντροφος, συμπαραστάτης, θιασώτης · Opposite: αντίμαχος, αντίπαλος

Thesaurus

In English

  • adherent a person who has membership in some group
  • fan admirer
  • follower one who adheres to the opinions, ideas or teachings of another
  • partisan adherent to a party

Talk about this word

Cite this
MLA

"οπαδός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

οπαδός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%82

Chicago

"οπαδός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {οπαδός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}