ορίστε
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ορίστε
Where it comes from
ορίστε < ορίσατε, β' πληθυντικός προστακτικής αορίστου του ορίζω
interjection ορίστε
- όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί - Γιώργο, πού είσαι;
- όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι που μας ζήτησε - Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο νερό;
- όταν δεν έχουμε ακούσει καλά κάτι που μας είπαν ή για να δηλώσουμε έμμεσα τη διαφωνία μας Ορίστε; Πώς είπατε;
- για να εκφράσουμε έκπληξη ή απογοήτευση Ορίστε μας τώρα, θα μας αρχίσει και η μικρή να έχει απαιτήσεις!
- Όταν προστάζουμε κάποιους να κάνουν κάτι (προστακτική του ορίζω) (συνήθως στα μαθηματικά) Ορίστε τα διαστήματα της συνάρτησης f.
verb ορίστε
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ορίζω
In English
- pardon me polite expression to get someone to repeat
- here you are said when handing something over
Talk about this word "ορίστε." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5. Accessed 6 Nov. 2026. ορίστε. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5 "ορίστε." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ορίστε},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5},
urldate = {2026-11-06}
}