παν

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παν¹

Where it comes from

παν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της αντωνυμίας πας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής ρίζας πα-

noun παν

  1. το σύνολο, το σύμπαν, αλλά και το απόλυτα σημαντικό ή το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας κατάστασης, μιας διαπραγμάτευσης, ενός μηχανισμού. είσαι το παν για εμένα

pronoun παν

  1. formal, λόγιο κάθε παν τέκνον... (κάθε παιδί..)

Similar: σύνολο, όλον, όλα · Opposite: τίποτε, τίποτα, μηδέν

Παν²

  • pan

Where it comes from

Παν < αρχαία ελληνική Πάν

proper noun Παν

  1. όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και προσώπου της μυθολογίας, γιος του Ερμή, ανθρωπόμορφος, αλλά με κέρατα, αυτιά και πόδια τράγου

Thesaurus

pronoun

Similar: σύνολο, όλον, όλα · Opposite: τίποτε, τίποτα, μηδέν

Talk about this word

Cite this
MLA

"παν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

παν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD

Chicago

"παν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CE%BD},
  urldate = {2026-11-06}
}