σύνολο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σύνολο
- ˈsi.no.lo
Where it comes from
σύνολο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνολον (ολόκληρο, πλήρες)
: για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ensemble ή totalité
noun σύνολο · σύνολα · συνόλου · σύνολου · συνόλων
- η συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων
- η συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
- το λεκτικό σύνολο : η ενότητα λέξεων πολύ στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους· συχνά δημιουργούν σύνθετες λέξεις το παράδειγμα λεκτικού συνόλου: μικρά πράγματα > σύνθετη λέξη: μικροπράγματα
- όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα η απαγόρευση των κινητών αφορά στο σύνολο των μαθητών
- το άθροισμα ομοειδών το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
- ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο
adjective σύνολο · σύνολα · συνόλου · σύνολου · συνόλων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύνολος
Thesaurus
In English
Talk about this word "σύνολο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. σύνολο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF "σύνολο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σύνολο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}