παράφρων
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παράφρων
- paˈɾa.fɾon
Where it comes from
παράφρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράφρων < παρά- + -φρων
: Και ουσιαστικοποιημένο.
adjective παράφρων · παράφρονας · παράφρον · παράφρονος · παράφρονα
- που έχει χάσει τα λογικά, τη διανοητική και ψυχική του ισορροπία ※ Πραγματικά, έχω γράψει τόσες ιστορίες με πρωταγωνιστές παράφρονες, ή ανθρώπους που οδηγούνται στην παραφροσύνη, ώστε απορώ, τι στο καλό σκέφτονται οι αναγνώστες μου για μένα!
- ουσιαστικοποιημένο αρσενικό ή θηλυκό ※ Προσοχή, προσοχή! Ένας παράφρων στην εθνική οδό οδηγεί ανάποδα στο ρεύμα της κυκλοφορίας. Προσοχή, προσοχή! Ένας επικίνδυνος παράφρων στον δρόμο σας”. Ο οδηγός κοιτάζει πανικόβλητος τριγύρω του και αναφωνεί: “Μα δεν είναι ένας· είναι χιλιάδες”...
Similar: τρελός, παρανοϊκός, ψυχασθενής
Thesaurus
adjective
Similar: τρελός, παρανοϊκός, ψυχασθενής
In English
Talk about this word "παράφρων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. παράφρων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD "παράφρων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παράφρων},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}