παχύσαρκος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παχύσαρκος

  • paˈçi.saɾ.kos

Where it comes from

παχύσαρκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παχύσαρκος (με ρωμαλέους μυς) < παχύς (παχύ-) + σάρξ (σαρκ-) + -ος

adjective παχύσαρκος · παχύσαρκη · παχύσαρκο · παχύσαρκου · παχύσαρκης

  1. που έχει υπερβολικό σωματικό βάρος
  2. ιατρική που πάσχει από παχυσαρκία, η οποία χρειάζεται ιατρική αντιμετώπση ※ παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)

Similar: χοντρός, παχύς, υπέρβαρος · Opposite: λιπόσαρκος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"παχύσαρκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παχύσαρκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"παχύσαρκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παχύσαρκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}