χοντρός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
χοντρός¹
- xonˈdɾos
Sounds like χόντρος
Where it comes from
χοντρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χονδρός που προφερόταν με [nd] (που δεν αλέστηκε πλήρως, είναι ογκώδης, χοντροκομμένος, χονδροειδής) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrendʰ- (θρυμματίζω, κόβω)
adjective χοντρός · χοντρή · χοντρό · χοντρού · χοντρής
- που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς
- που έχει μεγάλη διάμετρο ένα χοντρό κλαδί
- σοβαρός ως προς τις συνέπειές του χοντρή παρεξήγηση
- άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα χοντρό αστείο
Similar: εύσωμος, παχύς · Opposite: αδύνατος, λεπτός, λιγνός
Χοντρός²
Where it comes from
Χοντρός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Χοντρός · Χοντροί · Χοντρού · Χοντρών · Χοντρό · Χοντρούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
Talk about this word "χοντρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. χοντρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%82 "χοντρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {χοντρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}