πείνα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πείνα
- ˈpi.na
Where it comes from
πείνα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική πεῖνα
noun πείνα · πείνες · πείνας
- η ανάγκη ή επιθυμία για φαγητό ※ Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
- ισχυρή επιθυμία για κάτι που είναι σε έλλειψη
- η συνεχής έλλειψη τροφίμων και τα προβλήματα που προκαλούνται ※ Η αμηνόρροια ήταν πολύ συχνή προπάντων στις νέες κοπέλες, καθαρό σημάδι της στέρησης, της πείνας και της εξαντλητικής δουλειάς (Στρατόπεδα γυναικών: Χίος, Τρικέρι, Μακρόνησος, Αϊ-Στράτης, 1948-1954, εκδ. Αλφειός, 2006, σελ. 171)
In English
Talk about this word "πείνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πείνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1 "πείνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πείνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}