περικοπή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περικοπή

  • pe.ɾi.koˈpi

Where it comes from

περικοπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περικοπή < περικόπτω < περί + κόπτω

:* για τη γλωσσολογία < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clipping

noun περικοπή · περικοπές · περικοπής · περικοπών

  1. η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
  2. ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
  3. απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
  4. γλωσσολογία αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα

    Similar: περικεκομμένος τύπος, συγκεκομμένος όρος, ΕΛΕΤΟ, αποκοπή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"περικοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περικοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE

Chicago

"περικοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περικοπή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}