περικοπή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περικοπή
- pe.ɾi.koˈpi
Where it comes from
περικοπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περικοπή < περικόπτω < περί + κόπτω
:* για τη γλωσσολογία < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική clipping
noun περικοπή · περικοπές · περικοπής · περικοπών
- η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
- ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
- απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
-
αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping
η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα
Similar: περικεκομμένος τύπος, συγκεκομμένος όρος, ΕΛΕΤΟ, αποκοπή
In English
- quote a statement attributed to someone
- passage section of text or music
- clipping short form
- truncation act of truncating
- pericope section of text forming a coherent thought
Talk about this word "περικοπή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. περικοπή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE "περικοπή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περικοπή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}