περιοδικό

Ελληνικά

AI Em palavras simples

Escrevendo uma explicação curta…

Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.

περιοδικό

  • pe.ɾi.o.ðiˈko

De onde vem

περιοδικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο περιοδικό του περιοδικός (όπως στη φράση περιοδικό έντυπο, περιοδικός τύπος) < αρχαία ελληνική περιοδικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική périodique < λατινική periodicus < αρχαία ελληνική περιοδικός.) . Μορφολογικά αναλύεται σε < περι- + οδικός

substantivo περιοδικό · περιοδικά · περιοδικού · περιοδικών

  1. το έντυπο που κυκλοφορεί με προκαθορισμένη συχνότητα, συνήθως μεγαλύτερη της ημέρας (εβδομαδιαία, κάθε δύο εβδομάδες, μηνιαία, ετήσια κλπ) συντομογραφία: περ.

adjetivo περιοδικό · περιοδικά · περιοδικού · περιοδικών

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του περιοδικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του περιοδικός

Em inglês

Conversar sobre esta palavra

Citar
MLA

"περιοδικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιοδικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"περιοδικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιοδικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}