περιττός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιττός

  • pe.ɾiˈtos

Where it comes from

περιττός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιττός (αττικός τύπος : περισσός)

adjective περιττός · περιττή · περιττό · περιττού · περιττής

  1. που είναι άχρηστος ή μη αναγκαίος, γιατί είναι περισσότερος από το κανονικό ή το αναγκαίο Τα λόγια είναι περιττά.
  2. μαθηματικά ακέραιος αριθμός που έχει υπόλοιπο όταν διαιρείται με το 2 Όλοι οι πρώτοι αριθμοί εκτός από το 2 είναι περιττοί, π.χ. 3, 5, 7, 11.

    Similar: μονός · Opposite: άρτιος, ζυγός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιττός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιττός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"περιττός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιττός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}