πεταλούδα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πεταλούδα
- pe.taˈlu.ða
Where it comes from
πεταλούδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεταλούδα ή πέταλ(ο) + -ούδα < ελληνιστική κοινή πετηλίς (ακρίδα)
:* για το στιλ κολύμβησης < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική butterfly
noun πεταλούδα · πεταλούδες · πεταλούδας · πεταλούδων
- είδος εντόμου, με τέσσερα μεγάλα πολύχρωμα φτερά
- το παπιγιόν ή παπιόν
- είδος παξιμαδιού, με δύο «φτερά»
- στιλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κουνάνε κυκλικά από πίσω προς τα μπρος τα χέρια τους και με κυματισμούς τα πόδια τους
Similar: καντιλοσβήστρα, λυχνοπέτης, λυχνοσβήστης, παπιγιόν, παπιόν, χρυσαλίδα, ψυχάρι, ψυχαρούδα, ψυχή, καταπέταγμα, παραπέταγμα, πέταγμα, πεταχτός, υψιπέτης
Thesaurus
noun
Similar: καντιλοσβήστρα, λυχνοπέτης, λυχνοσβήστης, παπιγιόν, παπιόν, χρυσαλίδα, ψυχάρι, ψυχαρούδα, ψυχή, καταπέταγμα, παραπέταγμα, πέταγμα, πεταχτός, υψιπέτης
In English
- butterfly insect
- wing nut nut with wing-like projections
- crucian carp Carassius carassius
- balisong a folding pocket knife
- butterfly knife folding pocket knife
- butterfly stroke swimming stroke
Talk about this word "πεταλούδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πεταλούδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1 "πεταλούδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πεταλούδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}