πεταλούδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πεταλούδα

  • pe.taˈlu.ða

Where it comes from

πεταλούδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεταλούδα ή πέταλ(ο) + -ούδα < ελληνιστική κοινή πετηλίς (ακρίδα)

:* για το στιλ κολύμβησης < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική butterfly

noun πεταλούδα · πεταλούδες · πεταλούδας · πεταλούδων

  1. έντομο είδος εντόμου, με τέσσερα μεγάλα πολύχρωμα φτερά
  2. figuratively, μεταφορικά το παπιγιόν ή παπιόν
  3. μεταλλικό εξάρτημα είδος παξιμαδιού, με δύο «φτερά»
  4. αθλητισμός στιλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κουνάνε κυκλικά από πίσω προς τα μπρος τα χέρια τους και με κυματισμούς τα πόδια τους

Similar: καντιλοσβήστρα, λυχνοπέτης, λυχνοσβήστης, παπιγιόν, παπιόν, χρυσαλίδα, ψυχάρι, ψυχαρούδα, ψυχή, καταπέταγμα, παραπέταγμα, πέταγμα, πεταχτός, υψιπέτης

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πεταλούδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πεταλούδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1

Chicago

"πεταλούδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεταλούδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}