Μίκουιν

πλάθω

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

πλάθω

Από πού έρχεται

πλάθω < αρχαία ελληνική πλάσσω < πρωτοελληνική *pláťťō < προελληνικό *platʰyō

ρήμα πλάθω · έπλαθα · πλάσω · έπλασα · πλάθομαι · πλασμένος

  1. δίνω ορισμένη μορφή με τα χέρια μου σε ένα σχετικά μαλακό υλικό Στην κουζίνα η νοικοκυρά πλάθει πολλά και διάφορα: κουλουράκια, σκαλτσούνια, λογιών-λογιών κεφτέδες, γιουβαρλάκια και πάει λέγοντας.
  2. δημιουργώ κάτι με τη φαντασία μου, επινοώ Για να δικαιολογήσει την απουσία του, έπλασε ιστορίες γι' αγρίους.
  3. επηρεάζω καθοριστικά με την παρουσία, τη διδασκαλία και το παράδειγμα μου Η «Διάπλαση των Παίδων» του Ξενόπουλου σκοπό είχε να πλάσει τα ελληνόπουλα έτσι ώστε να γίνουν άνθρωποι χαρούμενοι, ενεργητικοί και δημιουργικοί.

Παρόμοιες: διαμορφώνω, δημιουργώ, κατασκευάζω

Συνώνυμα και αντώνυμα

Στα αγγλικά

  • work to shape, form, or improve a material
  • create to design, invest with a new form, shape etc.
  • fashion make, build or construct

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"πλάθω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πλάθω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CF%89

Chicago

"πλάθω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλάθω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%AC%CE%B8%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}