πλούτος

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

πλούτος¹

  • ˈplu.tos

De unde vine

πλούτος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ὁ πλοῦτος

# το πλούτος, τα πλούτη < (ελληνιστική κοινή) (ουδέτερο) < αρχαία ελληνική πλοῦτος (αρσενικό)

substantiv πλούτος · πλούτη · πλούτια · πλούτου · πλούτο

  1. η μεγάλη συγκέντρωση υλικών αγαθών, περιουσία ※ Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη,
  2. broadly, κατ’ επέκταση η αφθονία κάποιου πράγματος, μεγάλη ποσότητα
  3. παρωχημένη σημασία το σύνολο πνευματικών αγαθών

Asemănătoare: αφθονία, θησαυρός, πολυτέλεια · Opus: πενία, φτώχεια

Πλούτος²

De unde vine

Πλούτος < πλούτος

substantiv propriu Πλούτος · Πλούτοι · Πλούτου · Πλούτων · Πλούτο · Πλούτους

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πλούτου)
  2. ανδρικό όνομα

Sinonime și antonime

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"πλούτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πλούτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"πλούτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πλούτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}