πολύτιμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολύτιμος¹

  • poˈli.ti.mos

Sounds like πολύτομος

Where it comes from

πολύτιμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύτιμος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολύ- + τιμ(ή) + -ος

adjective πολύτιμος · πολύτιμη · πολύτιμο · πολύτιμου · πολύτιμης

  1. που έχει μεγάλη αξία ※ Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος
  2. figuratively, μεταφορικά, για πράγματα πολύ χρήσιμος, πολύ ωφέλιμος έκανε μια πολύτιμη ανακάλυψη
  3. γενικά, για κάθε τι που μας είναι ακριβό ή πολυαγαπημένο

Similar: ακριβός, ανεκτίμητος, αξαγόραστος, ατίμητος, βαρύτιμος, ευεργετικός, πολυτίμητος, τιμαλφής, χρήσιμος, χρυσός, ωφέλιμος

Πολύτιμος²

Where it comes from

Πολύτιμος < πολύτιμος

proper noun Πολύτιμος · Πολύτιμοι · Πολύτιμου · Πολύτιμων · Πολύτιμο · Πολύτιμους

  1. ανδρικό όνομα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολύτιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολύτιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"πολύτιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολύτιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}