πούστης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πούστης
- ˈpu.stis
Where it comes from
πούστης < (άμεσο δάνειο) τουρκική puşt < περσική پشت (pošt, πίσω, πισινός)
noun πούστης · πούστηδες · πούστη · πούστηδων
- ο ομοφυλόφιλος
- που δρα με ύπουλο τρόπο, ανέντιμος
- για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
- ως έκφραση οργής ή ενόχλησης πάλι απέτυχα στις εξετάσεις ρε πούστη μου
Similar: ομοφυλόφιλος, αδερφή, αδερφούλα, αρσενοκοίτης, γυναικωτός, συκιά, σοδομίτης, διαπρωκτικός, ντιγκιντάνγκας, ντιντής, πουστρόνι, πουσταρδέλι, λούκρα, λούγκρα, λουκρητία, καταπύγων, κίναιδος, πισωγλέντης, τοιούτος, τσαχπινοκωλοσφυρίχτρας, κωλοσφυρίχτρας, σφυριχτάρι, τσαχπινογαργαλιάρης, τσιγκολελέτα
Thesaurus
noun
Similar: ομοφυλόφιλος, αδερφή, αδερφούλα, αρσενοκοίτης, γυναικωτός, συκιά, σοδομίτης, διαπρωκτικός, ντιγκιντάνγκας, ντιντής, πουστρόνι, πουσταρδέλι, λούκρα, λούγκρα, λουκρητία, καταπύγων, κίναιδος, πισωγλέντης, τοιούτος, τσαχπινοκωλοσφυρίχτρας, κωλοσφυρίχτρας, σφυριχτάρι, τσαχπινογαργαλιάρης, τσιγκολελέτα
In English
Talk about this word "πούστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πούστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82 "πούστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πούστης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}