πούστης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πούστης

  • ˈpu.stis

Where it comes from

πούστης < (άμεσο δάνειο) τουρκική puşt < περσική پشت (pošt, πίσω, πισινός)

noun πούστης · πούστηδες · πούστη · πούστηδων

  1. offensive, υβριστικό, μειωτικά ο ομοφυλόφιλος
  2. figuratively, offensive, υβριστικό, μεταφορικά που δρα με ύπουλο τρόπο, ανέντιμος
  3. slang, αργκό, σε ένδειξη θαυμασμού για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο πως τα κατάφερε πάλι ο πούστης και με τουμπάρισε!
  4. όταν ακολουθεί το 'μου' ως έκφραση οργής ή ενόχλησης πάλι απέτυχα στις εξετάσεις ρε πούστη μου

Similar: ομοφυλόφιλος, αδερφή, αδερφούλα, αρσενοκοίτης, γυναικωτός, συκιά, σοδομίτης, διαπρωκτικός, ντιγκιντάνγκας, ντιντής, πουστρόνι, πουσταρδέλι, λούκρα, λούγκρα, λουκρητία, καταπύγων, κίναιδος, πισωγλέντης, τοιούτος, τσαχπινοκωλοσφυρίχτρας, κωλοσφυρίχτρας, σφυριχτάρι, τσαχπινογαργαλιάρης, τσιγκολελέτα

Thesaurus

In English

  • queen slang: male homosexual
  • fag homosexual man
  • bender slang: homosexual man
  • gay homosexual — see also homosexual, lesbian

Talk about this word

Cite this
MLA

"πούστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πούστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"πούστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πούστης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}