믹윈

πράσινο

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

πράσινο¹

  • ˈpɾa.si.no

어원

πράσινο: ουδέτερο του πράσινος

명사 πράσινο · πράσινα · πράσινου · πράσινων

  1. χρώμα το πράσινο χρώμα, το χρώμα της χλωροφύλλης πράσινο (χρώμα):
  2. figuratively, συνεκδοχικά η χλωρίδα, η βλάστηση μιας περιοχής έχει πολύ πράσινο

    비슷한 말: πρασινάδα

  3. το πράσινο φανάρι (όταν ο σηματοδότης δείχνει πράσινο)

형용사 πράσινο · πράσινα · πράσινου · πράσινων

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πράσινος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πράσινος

Πράσινο²

  • ˈpɾa.si.no

어원

Πράσινο < πράσινο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πράσινος

고유 명사 Πράσινο · Πράσινα · Πράσινου · Πράσινων

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"πράσινο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πράσινο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF

Chicago

"πράσινο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πράσινο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}